Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταποδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανταπόδοση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανταποδοτικός < (ελληνιστική κοινή) < ἀνταποδίδωμι < ἀποδίδωμι < δίδωμι (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rémunératoire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανταποδοτικόςανταποδοτικήανταποδοτικό
Γενικήανταποδοτικούανταποδοτικήςανταποδοτικού
Αιτιατικήανταποδοτικόανταποδοτικήανταποδοτικό
Κλητικήανταποδοτικέανταποδοτικήανταποδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανταποδοτικοίανταποδοτικέςανταποδοτικά
Γενικήανταποδοτικώνανταποδοτικώνανταποδοτικών
Αιτιατικήανταποδοτικούςανταποδοτικέςανταποδοτικά
Κλητικήανταποδοτικοίανταποδοτικέςανταποδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →