Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταρκτικός

/an.daɾ.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νότιος, κοντά στον Νότιο Πόλο ή γύρω απ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοΑνταρκτική: η νοτιότερη ήπειρος της γης, γύρω από τον Νότιο Πόλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανταρκτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνταρκτικός < ἀντί + ἀρκτικός < ἄρκτος. Συγχρονικά αναλύεται σε αντ- + αρκτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανταρκτικόςανταρκτικήανταρκτικό
Γενικήανταρκτικούανταρκτικήςανταρκτικού
Αιτιατικήανταρκτικόανταρκτικήανταρκτικό
Κλητικήανταρκτικέανταρκτικήανταρκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανταρκτικοίανταρκτικέςανταρκτικά
Γενικήανταρκτικώνανταρκτικώνανταρκτικών
Αιτιατικήανταρκτικούςανταρκτικέςανταρκτικά
Κλητικήανταρκτικοίανταρκτικέςανταρκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →