Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταρτοπολεμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ανταρτοπόλεμο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανταρτοπολεμικός < ανταρτοπόλεμος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανταρτοπολεμικόςανταρτοπολεμικήανταρτοπολεμικό
Γενικήανταρτοπολεμικούανταρτοπολεμικήςανταρτοπολεμικού
Αιτιατικήανταρτοπολεμικόανταρτοπολεμικήανταρτοπολεμικό
Κλητικήανταρτοπολεμικέανταρτοπολεμικήανταρτοπολεμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανταρτοπολεμικοίανταρτοπολεμικέςανταρτοπολεμικά
Γενικήανταρτοπολεμικώνανταρτοπολεμικώνανταρτοπολεμικών
Αιτιατικήανταρτοπολεμικούςανταρτοπολεμικέςανταρτοπολεμικά
Κλητικήανταρτοπολεμικοίανταρτοπολεμικέςανταρτοπολεμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →