ανταρτόπληκτος
•
- που επλήγη, έπαθε καταστροφές από αντάρτες στη διάρκεια ανταρτοπόλεμου Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου επλήγη από «αντάρτες» (δηλαδή κομμουνιστές μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας) του Εμφυλίου Πολέμου του 1946-49. Η χρήστη της λέξης έχει αρνητικό χαρακτήρα και ιδεολογική φόρτιση Βικιλεξικό
- Ο όρος «ανταρτόπληκτοι» […] ή «συμμοριόπληκτοι», υιοθετήθηκε από την [ελληνική] κυβερνητική πλευρά και από τον Τύπο της εποχής [εκείνης] και είχε προπαγανδιστικό στόχο. Ορίζοντας ως «ανταρτόπληκτους» όσους «επλήγησαν» από τον ΔΣΕ, […], ενισχύθηκε περαιτέρω ο αντικομμουνιστικός λόγος, τονίζοντας έτσι την «αντεθνική» δράση της Αριστεράς
Ετυμολογία
ανταρτόπληκτος < αντάρτ(ης) + -ό- + -πληκτος (< πλήττω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταρτόπληκτος | ανταρτόπληκτη | ανταρτόπληκτο |
| Γενική | ανταρτόπληκτου | ανταρτόπληκτης | ανταρτόπληκτου |
| Αιτιατική | ανταρτόπληκτο | ανταρτόπληκτη | ανταρτόπληκτο |
| Κλητική | ανταρτόπληκτε | ανταρτόπληκτη | ανταρτόπληκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταρτόπληκτοι | ανταρτόπληκτες | ανταρτόπληκτα |
| Γενική | ανταρτόπληκτων | ανταρτόπληκτων | ανταρτόπληκτων |
| Αιτιατική | ανταρτόπληκτους | ανταρτόπληκτες | ανταρτόπληκτα |
| Κλητική | ανταρτόπληκτοι | ανταρτόπληκτες | ανταρτόπληκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →