αντεθνικώς
•
- λόγιοαντεθνικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντεθνικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀντεθνικῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αντεθνικώς < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀντεθνικῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →