αντεισαγγελέας
•
- νομικός όροςαναπληρωτής εισαγγελέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντεισαγγελέας < αντ- + εισαγγελέας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντεισαγγελέας | αντεισαγγελείς |
| Γενική | αντεισαγγελέα / αντεισαγγελέως | αντεισαγγελέων |
| Αιτιατική | αντεισαγγελέα | αντεισαγγελείς |
| Κλητική | αντεισαγγελέα | αντεισαγγελείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →