Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντεκδίκηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού αντεκδικούμαι, το σύνολο των ενεργειών ή των λόγων που αποσκοπούν στο να ανταποδώσουμε την εκδίκηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντεκδίκηση < αντ- + εκδίκηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντεκδίκησηαντεκδικήσεις
Γενικήαντεκδίκησηςαντεκδικήσεων
Αιτιατικήαντεκδίκησηαντεκδικήσεις
Κλητικήαντεκδίκησηαντεκδικήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →