Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντεκκλησιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. άλλη γραφή του αντιεκκλησιαστικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντεκκλησιαστικός < αντι- + εκκλησιαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντεκκλησιαστικόςαντεκκλησιαστικήαντεκκλησιαστικό
Γενικήαντεκκλησιαστικούαντεκκλησιαστικήςαντεκκλησιαστικού
Αιτιατικήαντεκκλησιαστικόαντεκκλησιαστικήαντεκκλησιαστικό
Κλητικήαντεκκλησιαστικέαντεκκλησιαστικήαντεκκλησιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντεκκλησιαστικοίαντεκκλησιαστικέςαντεκκλησιαστικά
Γενικήαντεκκλησιαστικώναντεκκλησιαστικώναντεκκλησιαστικών
Αιτιατικήαντεκκλησιαστικούςαντεκκλησιαστικέςαντεκκλησιαστικά
Κλητικήαντεκκλησιαστικοίαντεκκλησιαστικέςαντεκκλησιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →