αντεκκλησιαστικός
•
- άλλη γραφή του αντιεκκλησιαστικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντεκκλησιαστικός < αντι- + εκκλησιαστικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντεκκλησιαστικός | αντεκκλησιαστική | αντεκκλησιαστικό |
| Γενική | αντεκκλησιαστικού | αντεκκλησιαστικής | αντεκκλησιαστικού |
| Αιτιατική | αντεκκλησιαστικό | αντεκκλησιαστική | αντεκκλησιαστικό |
| Κλητική | αντεκκλησιαστικέ | αντεκκλησιαστική | αντεκκλησιαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντεκκλησιαστικοί | αντεκκλησιαστικές | αντεκκλησιαστικά |
| Γενική | αντεκκλησιαστικών | αντεκκλησιαστικών | αντεκκλησιαστικών |
| Αιτιατική | αντεκκλησιαστικούς | αντεκκλησιαστικές | αντεκκλησιαστικά |
| Κλητική | αντεκκλησιαστικοί | αντεκκλησιαστικές | αντεκκλησιαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →