αντενοκάταρτο
•
- ναυτικός όροςεφεδρικός κορμός δένδρου που φέρεται στα ιστιοφόρα για αντικατάσταση αντένας καταρτιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντενοκάταρτο < αντέν(α) + -ο- + κατάρτ(ι) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντενοκάταρτο | αντενοκάταρτα |
| Γενική | αντενοκάταρτου | αντενοκάταρτων |
| Αιτιατική | αντενοκάταρτο | αντενοκάταρτα |
| Κλητική | αντενοκάταρτο | αντενοκάταρτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →