αντεξέταση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αντεξετάζω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αντεξετάζω Βικιλεξικό
- νομικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αντεξετάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντεξέταση < αντεξετάζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντεξέταση | αντεξετάσεις |
| Γενική | αντεξέτασης | αντεξετάσεων |
| Αιτιατική | αντεξέταση | αντεξετάσεις |
| Κλητική | αντεξέταση | αντεξετάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →