Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντεξετάζομαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος αντεξετάζω Βικιλεξικό
  2. παραβάλλομαι με κάτι, συγκρίνομαι Βικιλεξικό
  3. αναμετριέμαι Βικιλεξικό
  4. νομικός όροςαντιδικώ με κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντεξετάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος αντεξετάζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντεξετάζομαιαντεξετάζεσαιαντεξετάζεταιαντεξεταζόμαστεαντεξετάζεστεαντεξετάζονται
Παρατατικόςαντεξεταζόμουν / αντεξεταζόμουνααντεξεταζόσουν / αντεξεταζόσουνααντεξεταζόταν / αντεξεταζότανεαντεξεταζόμασταν / αντεξεταζόμαστεαντεξεταζόσασταν / αντεξεταζόσαστεαντεξετάζονταν / αντεξεταζόντουσαν
Αόριστοςαντεξετάστηκααντεξετάστηκεςαντεξετάστηκεαντεξεταστήκαμεαντεξεταστήκατεαντεξετάστηκαν / αντεξεταστήκαν / αντεξεταστήκανε
Μέλλονταςθα αντεξετάζομαι / θα αντεξεταστώθα αντεξετάζεσαι / θα αντεξεταστείςθα αντεξετάζεται / θα αντεξεταστείθα αντεξεταζόμαστε / θα αντεξεταστούμεθα αντεξετάζεστε / θα αντεξεταστείτεθα αντεξετάζονται / θα αντεξεταστούν / θα αντεξεταστούνε
Παρακείμενοςέχω αντεξεταστείέχεις αντεξεταστείέχει αντεξεταστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αντεξεταστείείχες αντεξεταστείείχε αντεξεταστεί———
Υποτακτικήνα έχω αντεξεταστεί / να αντεξετάζομαι / να αντεξεταστώνα έχεις αντεξεταστεί / να αντεξετάζεσαι / να αντεξεταστείςνα έχει αντεξεταστεί / να αντεξετάζεται / να αντεξεταστείνα αντεξεταζόμαστε / να αντεξεταστούμενα αντεξετάζεστε / να αντεξεταστείτενα αντεξετάζονται / να αντεξεταστούν / να αντεξεταστούνε
Προστακτική—αντεξετάζου / αντεξετάσου——αντεξετάζεστε / αντεξεταστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →