αντεξετάζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος αντεξετάζω Βικιλεξικό
- παραβάλλομαι με κάτι, συγκρίνομαι Βικιλεξικό
- αναμετριέμαι Βικιλεξικό
- νομικός όροςαντιδικώ με κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντεξετάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος αντεξετάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντεξετάζομαι | αντεξετάζεσαι | αντεξετάζεται | αντεξεταζόμαστε | αντεξετάζεστε | αντεξετάζονται |
| Παρατατικός | αντεξεταζόμουν / αντεξεταζόμουνα | αντεξεταζόσουν / αντεξεταζόσουνα | αντεξεταζόταν / αντεξεταζότανε | αντεξεταζόμασταν / αντεξεταζόμαστε | αντεξεταζόσασταν / αντεξεταζόσαστε | αντεξετάζονταν / αντεξεταζόντουσαν |
| Αόριστος | αντεξετάστηκα | αντεξετάστηκες | αντεξετάστηκε | αντεξεταστήκαμε | αντεξεταστήκατε | αντεξετάστηκαν / αντεξεταστήκαν / αντεξεταστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αντεξετάζομαι / θα αντεξεταστώ | θα αντεξετάζεσαι / θα αντεξεταστείς | θα αντεξετάζεται / θα αντεξεταστεί | θα αντεξεταζόμαστε / θα αντεξεταστούμε | θα αντεξετάζεστε / θα αντεξεταστείτε | θα αντεξετάζονται / θα αντεξεταστούν / θα αντεξεταστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντεξεταστεί | έχεις αντεξεταστεί | έχει αντεξεταστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντεξεταστεί | είχες αντεξεταστεί | είχε αντεξεταστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντεξεταστεί / να αντεξετάζομαι / να αντεξεταστώ | να έχεις αντεξεταστεί / να αντεξετάζεσαι / να αντεξεταστείς | να έχει αντεξεταστεί / να αντεξετάζεται / να αντεξεταστεί | να αντεξεταζόμαστε / να αντεξεταστούμε | να αντεξετάζεστε / να αντεξεταστείτε | να αντεξετάζονται / να αντεξεταστούν / να αντεξεταστούνε |
| Προστακτική | — | αντεξετάζου / αντεξετάσου | — | — | αντεξετάζεστε / αντεξεταστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →