αντεξορμώ
•
- στρατιωτικός όροςπραγματοποιώ αντεξόρμηση Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαντεπιτίθεμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντεξορμώ < αντ- + εξορμώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντεξορμώ | αντεξορμείς | αντεξορμεί | αντεξορμούμε | αντεξορμείτε | αντεξορμούν / αντεξορμούνε |
| Παρατατικός | αντεξορμούσα | αντεξορμούσες | αντεξορμούσε | αντεξορμούσαμε | αντεξορμούσατε | αντεξορμούσαν / αντεξορμούσανε |
| Αόριστος | αντεξόρμησα | αντεξόρμησες | αντεξόρμησε | αντεξορμήσαμε | αντεξορμήσατε | αντεξορμήσαν / αντεξορμήσανε / αντεξόρμησαν |
| Μέλλοντας | θα αντεξορμήσω / θα αντεξορμώ | θα αντεξορμήσεις / θα αντεξορμείς | θα αντεξορμήσει / θα αντεξορμεί | θα αντεξορμήσουμε / θα αντεξορμούμε | θα αντεξορμήσετε / θα αντεξορμείτε | θα αντεξορμήσουν / θα αντεξορμήσουνε / θα αντεξορμούν / θα αντεξορμούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντεξορμήσει | έχεις αντεξορμήσει | έχει αντεξορμήσει | έχουμε αντεξορμήσει | έχετε αντεξορμήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντεξορμήσει | είχες αντεξορμήσει | είχε αντεξορμήσει | είχαμε αντεξορμήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντεξορμήσει / να αντεξορμήσω / να αντεξορμώ | να έχεις αντεξορμήσει / να αντεξορμήσεις / να αντεξορμείς | να έχει αντεξορμήσει / να αντεξορμήσει / να αντεξορμεί | να έχουμε αντεξορμήσει / να αντεξορμήσουμε / να αντεξορμούμε | να έχετε αντεξορμήσει / να αντεξορμήσετε / να αντεξορμείτε | να αντεξορμήσουν / να αντεξορμήσουνε / να αντεξορμούν / να αντεξορμούνε |
| Προστακτική | — | αντεξόρμει / αντεξόρμησε | — | — | αντεξορμήστε / αντεξορμείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →