Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντεξορμώ

ρήμα
•
  1. στρατιωτικός όροςπραγματοποιώ αντεξόρμηση Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηαντεπιτίθεμαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντεξορμώ < αντ- + εξορμώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντεξορμώαντεξορμείςαντεξορμείαντεξορμούμεαντεξορμείτεαντεξορμούν / αντεξορμούνε
Παρατατικόςαντεξορμούσααντεξορμούσεςαντεξορμούσεαντεξορμούσαμεαντεξορμούσατεαντεξορμούσαν / αντεξορμούσανε
Αόριστοςαντεξόρμησααντεξόρμησεςαντεξόρμησεαντεξορμήσαμεαντεξορμήσατεαντεξορμήσαν / αντεξορμήσανε / αντεξόρμησαν
Μέλλονταςθα αντεξορμήσω / θα αντεξορμώθα αντεξορμήσεις / θα αντεξορμείςθα αντεξορμήσει / θα αντεξορμείθα αντεξορμήσουμε / θα αντεξορμούμεθα αντεξορμήσετε / θα αντεξορμείτεθα αντεξορμήσουν / θα αντεξορμήσουνε / θα αντεξορμούν / θα αντεξορμούνε
Παρακείμενοςέχω αντεξορμήσειέχεις αντεξορμήσειέχει αντεξορμήσειέχουμε αντεξορμήσειέχετε αντεξορμήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αντεξορμήσειείχες αντεξορμήσειείχε αντεξορμήσειείχαμε αντεξορμήσει——
Υποτακτικήνα έχω αντεξορμήσει / να αντεξορμήσω / να αντεξορμώνα έχεις αντεξορμήσει / να αντεξορμήσεις / να αντεξορμείςνα έχει αντεξορμήσει / να αντεξορμήσει / να αντεξορμείνα έχουμε αντεξορμήσει / να αντεξορμήσουμε / να αντεξορμούμενα έχετε αντεξορμήσει / να αντεξορμήσετε / να αντεξορμείτενα αντεξορμήσουν / να αντεξορμήσουνε / να αντεξορμούν / να αντεξορμούνε
Προστακτική—αντεξόρμει / αντεξόρμησε——αντεξορμήστε / αντεξορμείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →