αντεπαναστατώ
•
- κάνω αντεπανάσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντεπαναστατώ < αντι- + επαναστατώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντεπαναστατώ | αντεπαναστατείς | αντεπαναστατεί | αντεπαναστατούμε | αντεπαναστατείτε | αντεπαναστατούν / αντεπαναστατούνε |
| Παρατατικός | αντεπαναστατούσα | αντεπαναστατούσες | αντεπαναστατούσε | αντεπαναστατούσαμε | αντεπαναστατούσατε | αντεπαναστατούσαν / αντεπαναστατούσανε |
| Αόριστος | αντεπαναστάτησα | αντεπαναστάτησες | αντεπαναστάτησε | αντεπαναστατήσαμε | αντεπαναστατήσατε | αντεπαναστάτησαν / αντεπαναστατήσαν / αντεπαναστατήσανε |
| Μέλλοντας | θα αντεπαναστατήσω / θα αντεπαναστατώ | θα αντεπαναστατήσεις / θα αντεπαναστατείς | θα αντεπαναστατήσει / θα αντεπαναστατεί | θα αντεπαναστατήσουμε / θα αντεπαναστατούμε | θα αντεπαναστατήσετε / θα αντεπαναστατείτε | θα αντεπαναστατήσουν / θα αντεπαναστατήσουνε / θα αντεπαναστατούν / θα αντεπαναστατούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντεπαναστατήσει | έχεις αντεπαναστατήσει | έχει αντεπαναστατήσει | έχουμε αντεπαναστατήσει | έχετε αντεπαναστατήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντεπαναστατήσει | είχες αντεπαναστατήσει | είχε αντεπαναστατήσει | είχαμε αντεπαναστατήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντεπαναστατήσει / να αντεπαναστατήσω / να αντεπαναστατώ | να έχεις αντεπαναστατήσει / να αντεπαναστατήσεις / να αντεπαναστατείς | να έχει αντεπαναστατήσει / να αντεπαναστατήσει / να αντεπαναστατεί | να έχουμε αντεπαναστατήσει / να αντεπαναστατήσουμε / να αντεπαναστατούμε | να έχετε αντεπαναστατήσει / να αντεπαναστατήσετε / να αντεπαναστατείτε | να αντεπαναστατήσουν / να αντεπαναστατήσουνε / να αντεπαναστατούν / να αντεπαναστατούνε |
| Προστακτική | — | αντεπαναστάτει / αντεπαναστάτησε | — | — | αντεπαναστατήστε / αντεπαναστατείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →