αντεπεξέρχομαι
•
- λόγιοανταποκρίνομαι με επιτυχία στις ανάγκες ή στις υποχρεώσεις μου Βικιλεξικό
- οι μαθητές καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να αντεπεξέλθουν στις σχολικές τους υποχρεώσεις
Ετυμολογία
αντεπεξέρχομαι < αρχαία ελληνική ἀντεπεξέρχομαι (βγαίνω για να αντιμετωπίσω μια επίθεση, αντεπιτίθεμαι) < ἀντί + ἐπί + ἐξ + ἔρχομαι & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική faire face à
Άλλοι τύποι
αντεπεξήλθα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →