Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντεράστρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του αντεραστής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντεράστρια < μεσαιωνική ελληνική αντεράστρια < αρχαία ελληνική ἀντεραστής < ἐραστής < ἐράω / ἐρῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντεράστριααντεράστριες
Γενικήαντεράστριαςαντεραστριών
Αιτιατικήαντεράστριααντεράστριες
Κλητικήαντεράστριααντεράστριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →