Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντευχαριστώ

ρήμα
•
  1. λόγιοευχαριστώ κι εγώ με τη σειρά μου κάποιον άλλο που μ' ευχαρίστησε, ανταποδίδω τις ευχαριστίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντευχαριστώ < αντι- + ευχαριστώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντευχαριστώαντευχαριστείςαντευχαριστείαντευχαριστούμεαντευχαριστείτεαντευχαριστούν / αντευχαριστούνε
Παρατατικόςαντευχαριστούσααντευχαριστούσεςαντευχαριστούσεαντευχαριστούσαμεαντευχαριστούσατεαντευχαριστούσαν / αντευχαριστούσανε
Αόριστοςαντευχαρίστησααντευχαρίστησεςαντευχαρίστησεαντευχαριστήσαμεαντευχαριστήσατεαντευχαρίστησαν / αντευχαριστήσαν / αντευχαριστήσανε
Μέλλονταςθα αντευχαριστήσω / θα αντευχαριστώθα αντευχαριστήσεις / θα αντευχαριστείςθα αντευχαριστήσει / θα αντευχαριστείθα αντευχαριστήσουμε / θα αντευχαριστούμεθα αντευχαριστήσετε / θα αντευχαριστείτεθα αντευχαριστήσουν / θα αντευχαριστήσουνε / θα αντευχαριστούν / θα αντευχαριστούνε
Παρακείμενοςέχω αντευχαριστήσειέχεις αντευχαριστήσειέχει αντευχαριστήσειέχουμε αντευχαριστήσειέχετε αντευχαριστήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αντευχαριστήσειείχες αντευχαριστήσειείχε αντευχαριστήσειείχαμε αντευχαριστήσει——
Υποτακτικήνα έχω αντευχαριστήσει / να αντευχαριστήσω / να αντευχαριστώνα έχεις αντευχαριστήσει / να αντευχαριστήσεις / να αντευχαριστείςνα έχει αντευχαριστήσει / να αντευχαριστήσει / να αντευχαριστείνα έχουμε αντευχαριστήσει / να αντευχαριστήσουμε / να αντευχαριστούμενα έχετε αντευχαριστήσει / να αντευχαριστήσετε / να αντευχαριστείτενα αντευχαριστήσουν / να αντευχαριστήσουνε / να αντευχαριστούν / να αντευχαριστούνε
Προστακτική—αντευχαρίστει / αντευχαρίστησε——αντευχαριστήστε / αντευχαριστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →