αντηρίδα
•
- αρχιτεκτονικήτοίχος που κτίζεται κάθετα προς κάποιον άλλο τοίχο, τον οποίο και στηρίζει Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήτοιχάκι που συγκρατεί το χώμα σε κατωφέρεια Βικιλεξικό
- : ≈ συνώνυμα: ξερολιθιά, σκάλα Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήδοκάρι ή άλλη κατασκευή που μπαίνει ως υποστήριγμα σε κάποιο οικοδόμημα Βικιλεξικό
- Ολοκληρώθηκαν, ακόμη, οι εργασίες αντιστήριξης με την προσθήκη υποστυλωμάτων στον πρώτο χώρο και ταυτόχρονα τοποθετήθηκαν οριζόντιες αντηρίδες στον δεύτερο, προκειμένου να προχωρήσει η αποχωμάτωση. (Αμφίπολη: Αποκαλύφθηκαν τα μαρμάρινα βάθρα πάνω στα οποία πατούν οι Καρυάτιδες εφημερίδα Το Βήμα 30 Σεπτεμβρίου 2014)
- γεωλογίαβουνοκορφή που προεξέχει σε διαφορετική κατεύθυνση από άλλες βουνοκορφές της οροσειράς Βικιλεξικό
- βοτανικήφυτικός βλαστός ομόρριζος με τον κεντρικό βλαστό και δίπλα σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντηρίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντηρίς από την αιτιατική «τήν ἀντηρίδα» < ἀντερείδω < ἀντί + ἐρείδω :* για τους όρους γεωλογίας, βοτανικής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contrefort
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντηρίδα | αντηρίδες |
| Γενική | αντηρίδας | αντηρίδων |
| Αιτιατική | αντηρίδα | αντηρίδες |
| Κλητική | αντηρίδα | αντηρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →