αντηχώ
•
- για χώρογεμίζω από κάποιον ήχο Βικιλεξικό
- η πόλη αντηχούσε από τα τραγούδια και τις φωνές του καρναβαλιού
- για ήχοακούγομαι σε μια μεγάλη έκταση Βικιλεξικό
- τα γέλια και τα τραγούδια αντηχούσαν σε όλη την πόλη
- για αντικείμενοπαράγω έναν δυνατό ήχο που ακούγεται σε μια μεγάλη έκταση Βικιλεξικό
- έγινε άσκηση συναγερμού και οι σειρήνες αντηχούσαν σε όλη την πόλη
- ακουστικήεπαναλήψεις του βασικού σήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντηχώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντηχῶ, συνηρημένος τύπος του ἀντηχέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντηχώ | αντηχείς | αντηχεί | αντηχούμε | αντηχείτε | αντηχούν / αντηχούνε |
| Παρατατικός | αντηχούσα | αντηχούσες | αντηχούσε | αντηχούσαμε | αντηχούσατε | αντηχούσαν / αντηχούσανε |
| Αόριστος | αντήχησα | αντήχησες | αντήχησε | αντηχήσαμε | αντηχήσατε | αντήχησαν / αντηχήσαν / αντηχήσανε |
| Μέλλοντας | θα αντηχήσω / θα αντηχώ | θα αντηχήσεις / θα αντηχείς | θα αντηχήσει / θα αντηχεί | θα αντηχήσουμε / θα αντηχούμε | θα αντηχήσετε / θα αντηχείτε | θα αντηχήσουν / θα αντηχήσουνε / θα αντηχούν / θα αντηχούνε |
| Παρακείμενος | έχω αντηχήσει | έχεις αντηχήσει | έχει αντηχήσει | έχουμε αντηχήσει | έχετε αντηχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντηχήσει | είχες αντηχήσει | είχε αντηχήσει | είχαμε αντηχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντηχήσει / να αντηχήσω / να αντηχώ | να έχεις αντηχήσει / να αντηχήσεις / να αντηχείς | να έχει αντηχήσει / να αντηχήσει / να αντηχεί | να έχουμε αντηχήσει / να αντηχήσουμε / να αντηχούμε | να έχετε αντηχήσει / να αντηχήσετε / να αντηχείτε | να αντηχήσουν / να αντηχήσουνε / να αντηχούν / να αντηχούνε |
| Προστακτική | — | αντήχει / αντήχησε | — | — | αντηχήστε / αντηχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →