Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιακαδημαϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου αντιτίθεται στους καθιερωμένους κανόνες, τη δεοντολογία ή τις πρακτικές του ακαδημαϊκού χώρου ή που στρέφεται κατά των ακαδημαϊκών θεσμών ή των μελών τους Βικιλεξικό
  2. λόγιοκαλλιτεχνική προσέγγιση που απορρίπτει τον ακαδημαϊσμό, τις συμβατικές, ακαδημαϊκές τεχνοτροπίες, και αναζητά νέες μορφές έκφρασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιακαδημαϊκός < αντι- + ακαδημαϊκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιακαδημαϊκόςαντιακαδημαϊκήαντιακαδημαϊκό
Γενικήαντιακαδημαϊκούαντιακαδημαϊκήςαντιακαδημαϊκού
Αιτιατικήαντιακαδημαϊκόαντιακαδημαϊκήαντιακαδημαϊκό
Κλητικήαντιακαδημαϊκέαντιακαδημαϊκήαντιακαδημαϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιακαδημαϊκοίαντιακαδημαϊκέςαντιακαδημαϊκά
Γενικήαντιακαδημαϊκώναντιακαδημαϊκώναντιακαδημαϊκών
Αιτιατικήαντιακαδημαϊκούςαντιακαδημαϊκέςαντιακαδημαϊκά
Κλητικήαντιακαδημαϊκοίαντιακαδημαϊκέςαντιακαδημαϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →