Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιαλλεργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου συμβάλλει στην καταπολέμηση της αλλεργίας ή στην προστασία απ’ αυτήν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαντιαλλεργικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιαλλεργικός < αντι- + αλλεργικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιαλλεργικόςαντιαλλεργικήαντιαλλεργικό
Γενικήαντιαλλεργικούαντιαλλεργικήςαντιαλλεργικού
Αιτιατικήαντιαλλεργικόαντιαλλεργικήαντιαλλεργικό
Κλητικήαντιαλλεργικέαντιαλλεργικήαντιαλλεργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιαλλεργικοίαντιαλλεργικέςαντιαλλεργικά
Γενικήαντιαλλεργικώναντιαλλεργικώναντιαλλεργικών
Αιτιατικήαντιαλλεργικούςαντιαλλεργικέςαντιαλλεργικά
Κλητικήαντιαλλεργικοίαντιαλλεργικέςαντιαλλεργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →