Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιβεντετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει συμπεριφορά αντίθετη ή και εχθρική προς κάποιον που φέρεται σαν βεντέτα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιβεντετικός < αντι- + βεντέτ(α) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιβεντετικόςαντιβεντετικήαντιβεντετικό
Γενικήαντιβεντετικούαντιβεντετικήςαντιβεντετικού
Αιτιατικήαντιβεντετικόαντιβεντετικήαντιβεντετικό
Κλητικήαντιβεντετικέαντιβεντετικήαντιβεντετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιβεντετικοίαντιβεντετικέςαντιβεντετικά
Γενικήαντιβεντετικώναντιβεντετικώναντιβεντετικών
Αιτιατικήαντιβεντετικούςαντιβεντετικέςαντιβεντετικά
Κλητικήαντιβεντετικοίαντιβεντετικέςαντιβεντετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →