αντιβολή
•
- λόγιοσύγκριση, αντιπαραβολή Βικιλεξικό
- φιλολογίαεξειδικευμένη διαδικασία σύγκρισης χειρογράφων ή εκδόσεων, ώστε να αποκατασταθεί το αρχικό κείμενο ή να εντοπιστούν παρεμβάσεις και παραλλαγές Βικιλεξικό
- αθλητισμόςη πρόσκρουση ή το χτύπημα αντικειμένων μεταξύ τους στο πλαίσιο αγωνίσματος Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςτεχνικός ελιγμός πλοίου για αποφυγή πρόσκρουσης ή για αλλαγή πορείας υπό πίεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιβολή < ελληνιστική κοινή ἀντιβολή < αρχαία ελληνική ἀντιβάλλω < ἀντι- + βάλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιβολή | αντιβολές |
| Γενική | αντιβολής | αντιβολών |
| Αιτιατική | αντιβολή | αντιβολές |
| Κλητική | αντιβολή | αντιβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →