αντιβραχίονας
•
- ανατομίατο τμήμα του άνω άκρου που εκτείνεται από τον αγκώνα μέχρι τον καρπό και περιλαμβάνει τα οστά της κερκίδας και της ωλένης Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςδευτερεύων προβλήτας ή πλευρική αποβάθρα που εκτείνεται παράλληλα ή αντίθετα προς τον κύριο βραχίονα λιμενικής εγκατάστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιβραχίονας < αντι- + βραχίονας (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική avant-bras)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιβραχίονας | αντιβραχίονες |
| Γενική | αντιβραχίονα | αντιβραχιόνων |
| Αιτιατική | αντιβραχίονα | αντιβραχίονες |
| Κλητική | αντιβραχίονα | αντιβραχίονες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →