αντιγραφή
•
- η ενέργεια του ρήματος αντιγράφω, η δημιουργία ενός αντιγράφου Βικιλεξικό
- σε εξετάσειςτο να χρησιμοποιεί ο εξεταζόμενος πηγές οι οποίες δεν είναι επιτρεπτές από τους κανόνες των εξετάσεων (βιβλίο / σημειώσεις / σκονάκι / πληροφορίες από άλλους εξεταζόμενους) και να απαντά στα θέματα αντιγράφοντας από αυτές Βικιλεξικό
- απαγορεύεται η αντιγραφή σε κάθε είδους γραπτές εξετάσεις
- ενέργεια κατά την οποία τα περιεχόμενα μιας συγκεκριμένης περιοχής "πηγαίνουν" σε μια άλλη, χωρίς όμως να διαγραφούν από την πρώτη Βικιλεξικό
- Για να αντιγράψεις κάτι, πατάς "αντιγραφή" και μετά "επικόλληση".
- πληροφορικήαντιγραφή τύπου δεδομένων (data type) Βικιλεξικό
- υπώνυμα: ρηχή αντιγραφή (shallow copy), βαθιά αντιγραφή (deep copy)
Ετυμολογία
αντιγραφή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντιγραφή (ἀντίγραφον, μεταγραφή), αρχαία σημασία: μήνυση < ἀντί + γραφή, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική copie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιγραφή | αντιγραφές |
| Γενική | αντιγραφής | αντιγραφών |
| Αιτιατική | αντιγραφή | αντιγραφές |
| Κλητική | αντιγραφή | αντιγραφές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →