Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιγραφή

/an.di.ɣɾaˈfi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του ρήματος αντιγράφω, η δημιουργία ενός αντιγράφου Βικιλεξικό
  2. σε εξετάσειςτο να χρησιμοποιεί ο εξεταζόμενος πηγές οι οποίες δεν είναι επιτρεπτές από τους κανόνες των εξετάσεων (βιβλίο / σημειώσεις / σκονάκι / πληροφορίες από άλλους εξεταζόμενους) και να απαντά στα θέματα αντιγράφοντας από αυτές Βικιλεξικό
    • απαγορεύεται η αντιγραφή σε κάθε είδους γραπτές εξετάσεις
  3. ενέργεια κατά την οποία τα περιεχόμενα μιας συγκεκριμένης περιοχής "πηγαίνουν" σε μια άλλη, χωρίς όμως να διαγραφούν από την πρώτη Βικιλεξικό
    • Για να αντιγράψεις κάτι, πατάς "αντιγραφή" και μετά "επικόλληση".
  4. πληροφορικήαντιγραφή τύπου δεδομένων (data type) Βικιλεξικό
    • υπώνυμα: ρηχή αντιγραφή (shallow copy), βαθιά αντιγραφή (deep copy)

Ετυμολογία

αντιγραφή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντιγραφή (ἀντίγραφον, μεταγραφή), αρχαία σημασία: μήνυση < ἀντί + γραφή, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική copie

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιγραφήαντιγραφές
Γενικήαντιγραφήςαντιγραφών
Αιτιατικήαντιγραφήαντιγραφές
Κλητικήαντιγραφήαντιγραφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →