αντιδασκαλικός
•
- που είναι αντίθετος με τους δασκάλους ή τη συμπεριφορά τους Βικιλεξικό
- Στο κέντρο αλλά και στην επαρχία το κλίμα κατά των Δασκάλων είναι αφόρητο. Και όταν ακόμα δεν διώκονται «επί κομμουνισμώ» υφίστανται κάθε ταπείνωση από όργανα της Πολιτείας που είναι φορείς του αντιδασκαλικού πνεύματος.
Ετυμολογία
αντιδασκαλικός < αντι- + δασκαλικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδασκαλικός | αντιδασκαλική | αντιδασκαλικό |
| Γενική | αντιδασκαλικού | αντιδασκαλικής | αντιδασκαλικού |
| Αιτιατική | αντιδασκαλικό | αντιδασκαλική | αντιδασκαλικό |
| Κλητική | αντιδασκαλικέ | αντιδασκαλική | αντιδασκαλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδασκαλικοί | αντιδασκαλικές | αντιδασκαλικά |
| Γενική | αντιδασκαλικών | αντιδασκαλικών | αντιδασκαλικών |
| Αιτιατική | αντιδασκαλικούς | αντιδασκαλικές | αντιδασκαλικά |
| Κλητική | αντιδασκαλικοί | αντιδασκαλικές | αντιδασκαλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →