Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιδασκαλικός

/an.di.ða.ska.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι αντίθετος με τους δασκάλους ή τη συμπεριφορά τους Βικιλεξικό
    • Στο κέντρο αλλά και στην επαρχία το κλίμα κατά των Δασκάλων είναι αφόρητο. Και όταν ακόμα δεν διώκονται «επί κομμουνισμώ» υφίστανται κάθε ταπείνωση από όργανα της Πολιτείας που είναι φορείς του αντιδασκαλικού πνεύματος.

Ετυμολογία

αντιδασκαλικός < αντι- + δασκαλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδασκαλικόςαντιδασκαλικήαντιδασκαλικό
Γενικήαντιδασκαλικούαντιδασκαλικήςαντιδασκαλικού
Αιτιατικήαντιδασκαλικόαντιδασκαλικήαντιδασκαλικό
Κλητικήαντιδασκαλικέαντιδασκαλικήαντιδασκαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδασκαλικοίαντιδασκαλικέςαντιδασκαλικά
Γενικήαντιδασκαλικώναντιδασκαλικώναντιδασκαλικών
Αιτιατικήαντιδασκαλικούςαντιδασκαλικέςαντιδασκαλικά
Κλητικήαντιδασκαλικοίαντιδασκαλικέςαντιδασκαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →