Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιδεξιός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήπου είναι αντιδεξιός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιδεξιός < αντι- + δεξιός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιδεξιά / αντιδεξιός / αντιδεξιόαντιδεξιές / αντιδεξιοί / αντιδεξιά
Γενικήαντιδεξιάς / αντιδεξιού / αντιδεξιούαντιδεξιών / αντιδεξιών / αντιδεξιών
Αιτιατικήαντιδεξιά / αντιδεξιό / αντιδεξιόαντιδεξιές / αντιδεξιούς / αντιδεξιά
Κλητικήαντιδεξιά / αντιδεξιέ / αντιδεξιόαντιδεξιές / αντιδεξιοί / αντιδεξιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αντιδεξιός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτικήπου αντιτίθεται στη δεξιά πολιτική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιδεξιός < αντι- + δεξιός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδεξιόςαντιδεξιάαντιδεξιό
Γενικήαντιδεξιούαντιδεξιάςαντιδεξιού
Αιτιατικήαντιδεξιόαντιδεξιάαντιδεξιό
Κλητικήαντιδεξιέαντιδεξιάαντιδεξιό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδεξιοίαντιδεξιέςαντιδεξιά
Γενικήαντιδεξιώναντιδεξιώναντιδεξιών
Αιτιατικήαντιδεξιούςαντιδεξιέςαντιδεξιά
Κλητικήαντιδεξιοίαντιδεξιέςαντιδεξιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →