Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιδεοντολογικός

/an.di.ðe.on.do.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ηθικήπου παραβιάζει τη δεοντολογία, τους καθιερωμένους κανόνες ηθικής ή επαγγελματικής συμπεριφοράς σε έναν συγκεκριμένο κλάδο ή πλαίσιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιδεοντολογικός < αντι- + δεοντολογικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδεοντολογικόςαντιδεοντολογικήαντιδεοντολογικό
Γενικήαντιδεοντολογικούαντιδεοντολογικήςαντιδεοντολογικού
Αιτιατικήαντιδεοντολογικόαντιδεοντολογικήαντιδεοντολογικό
Κλητικήαντιδεοντολογικέαντιδεοντολογικήαντιδεοντολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδεοντολογικοίαντιδεοντολογικέςαντιδεοντολογικά
Γενικήαντιδεοντολογικώναντιδεοντολογικώναντιδεοντολογικών
Αιτιατικήαντιδεοντολογικούςαντιδεοντολογικέςαντιδεοντολογικά
Κλητικήαντιδεοντολογικοίαντιδεοντολογικέςαντιδεοντολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →