Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιδιαμετρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αντίθετος, συνήθως αφορά τη σύγκριση δυο εννοιών, με τη μια να είναι εντελώς αντίθετη από την άλλη Βικιλεξικό
    • Ο Θανάσης λ.χ., το πρόσωπο με το ανδρικό βιολογικό φύλο, φαίνεται από ορισμένες απόψεις, να λειτουργεί σαν να είχε το γυναικείο κοινωνικό φύλο, σε αντιδιαμετρική, βεβαίως, αντίθεση προς τη Μαρία, η οποία ενεργεί σαν να είχε το ανδρικό κοινωνικό φύλο. (Γιώργος Π. Πεφάνης, Φαντάσματα του θεάτρου, Σκηνές της θεωρίας ΙΙΙ, εκδ. Παπαζήσης, 2023)
    • Μόλις το αρθρωτό θηρίο προσεγγίζει βρυχώμενο στον σταθμό, οι περισσότερο σπεύδουν στα τελευταία βαγόνια, εντελώς αντιδιαμετρικά από εκεί όπου περιφέρεται η ίδια. (Γρηγόρης Αζαριάδης, Παραπλάνηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)

Ετυμολογία

αντιδιαμετρικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδιαμετρικόςαντιδιαμετρικήαντιδιαμετρικό
Γενικήαντιδιαμετρικούαντιδιαμετρικήςαντιδιαμετρικού
Αιτιατικήαντιδιαμετρικόαντιδιαμετρικήαντιδιαμετρικό
Κλητικήαντιδιαμετρικέαντιδιαμετρικήαντιδιαμετρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιδιαμετρικοίαντιδιαμετρικέςαντιδιαμετρικά
Γενικήαντιδιαμετρικώναντιδιαμετρικώναντιδιαμετρικών
Αιτιατικήαντιδιαμετρικούςαντιδιαμετρικέςαντιδιαμετρικά
Κλητικήαντιδιαμετρικοίαντιδιαμετρικέςαντιδιαμετρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →