αντιδιείσδυση
•
- στρατιωτικός όροςη διείσδυση από το στρατό του αντιπάλου ως αντίδραση σε διείσδυση του δικού μας στρατού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιδιείσδυση < αντι- + διείσδυση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιδιείσδυση | αντιδιεισδύσεις |
| Γενική | αντιδιείσδυσης | αντιδιεισδύσεων |
| Αιτιατική | αντιδιείσδυση | αντιδιεισδύσεις |
| Κλητική | αντιδιείσδυση | αντιδιεισδύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →