αντιδικώ
•
- νομικός όροςείμαι αντίδικος με κάποιον Βικιλεξικό
- μεταφορικάαντιτίθεμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιδικώ < αρχαία ελληνική ἀντιδικέω / ἀντιδικῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιδικώ | αντιδίκει / αντιδικείς | αντιδικεί | αντιδικούμε | αντιδικείτε | αντιδικούν |
| Παρατατικός | αντιδικούσα | αντιδικούσες | αντιδικούσε | αντιδικούσαμε | αντιδικούσατε | αντιδικούσαν |
| Αόριστος | αντιδίκησα / αντιδικήσω | αντιδίκησε / αντιδίκησες / αντιδικήσεις | αντιδίκησε / αντιδικήσει | αντιδικήσαμε / αντιδικήσουμε | αντιδικήσατε / αντιδικήσετε / αντιδικήστε | αντιδίκησαν / αντιδικήσουν |
| Μέλλοντας | θα αντιδικήσω / θα αντιδικώ | θα αντιδικήσεις / θα αντιδικείς | θα αντιδικήσει / θα αντιδικεί | θα αντιδικήσουμε / θα αντιδικούμε | θα αντιδικήσετε / θα αντιδικείτε | θα αντιδικήσουν / θα αντιδικούν |
| Παρακείμενος | έχω αντιδικήσει | έχεις αντιδικήσει | έχει αντιδικήσει | έχουμε αντιδικήσει | έχετε αντιδικήσει | έχουν αντιδικήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιδικήσει | είχες αντιδικήσει | είχε αντιδικήσει | είχαμε αντιδικήσει | είχατε αντιδικήσει | είχαν αντιδικήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →