Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιδρόμηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αλλαγή της κατεύθυνσης ενός μονοδρόμου Βικιλεξικό
    • Λήψη απόφασης για δοκιμαστική αντιδρόμηση της οδού Αγ. Γεωργίου για το τμήμα της από τη Λ. Πετρουπόλεως έως την οδό Αν. Παπανδρέου. (*)
  2. αλλαγή της κατεύθυνσης μετάδοσης της πληροφορίας Βικιλεξικό
    • η διαδικασία «backpropagation» επιδιορθωτικής αναθεώρησης των τιμών μέσω αντιδρόμησης

Ετυμολογία

αντιδρόμηση < αντιδρομώ + -ση < δρόμος <

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιδρόμησηαντιδρομήσεις
Γενικήαντιδρόμησηςαντιδρομήσεων
Αιτιατικήαντιδρόμησηαντιδρομήσεις
Κλητικήαντιδρόμησηαντιδρομήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →