Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιεξουσιαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολιτική: σχετικός με συμπεριφορά και απόψεις αντιεξουσιαστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιεξουσιαστικός < αντιεξουσιαστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιεξουσιαστικόςαντιεξουσιαστικήαντιεξουσιαστικό
Γενικήαντιεξουσιαστικούαντιεξουσιαστικήςαντιεξουσιαστικού
Αιτιατικήαντιεξουσιαστικόαντιεξουσιαστικήαντιεξουσιαστικό
Κλητικήαντιεξουσιαστικέαντιεξουσιαστικήαντιεξουσιαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιεξουσιαστικοίαντιεξουσιαστικέςαντιεξουσιαστικά
Γενικήαντιεξουσιαστικώναντιεξουσιαστικώναντιεξουσιαστικών
Αιτιατικήαντιεξουσιαστικούςαντιεξουσιαστικέςαντιεξουσιαστικά
Κλητικήαντιεξουσιαστικοίαντιεξουσιαστικέςαντιεξουσιαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →