αντιεπαγγελματικός
•
- νεολογισμόςπου δεν είναι επαγγελματικός Βικιλεξικό
- Γι' αυτό ο δημοσιογράφος οφείλει: ... β. Να θεωρεί σοβαρότατη αντιεπαγγελματική πράξη κάθε λογοκλοπή. (Κώδικας δημοσιογραφικής δεοντολογίας της Ε.Σ.Η.Ε.Α.)
Ετυμολογία
αντιεπαγγελματικός < αντι- + επαγγελματικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιεπαγγελματικός | αντιεπαγγελματική | αντιεπαγγελματικό |
| Γενική | αντιεπαγγελματικού | αντιεπαγγελματικής | αντιεπαγγελματικού |
| Αιτιατική | αντιεπαγγελματικό | αντιεπαγγελματική | αντιεπαγγελματικό |
| Κλητική | αντιεπαγγελματικέ | αντιεπαγγελματική | αντιεπαγγελματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιεπαγγελματικοί | αντιεπαγγελματικές | αντιεπαγγελματικά |
| Γενική | αντιεπαγγελματικών | αντιεπαγγελματικών | αντιεπαγγελματικών |
| Αιτιατική | αντιεπαγγελματικούς | αντιεπαγγελματικές | αντιεπαγγελματικά |
| Κλητική | αντιεπαγγελματικοί | αντιεπαγγελματικές | αντιεπαγγελματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →