Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιεπαγγελματικός

/an.di.e.paŋ.ɟel.ma.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου δεν είναι επαγγελματικός Βικιλεξικό
    • Γι' αυτό ο δημοσιογράφος οφείλει: ... β. Να θεωρεί σοβαρότατη αντιεπαγγελματική πράξη κάθε λογοκλοπή. (Κώδικας δημοσιογραφικής δεοντολογίας της Ε.Σ.Η.Ε.Α.)

Ετυμολογία

αντιεπαγγελματικός < αντι- + επαγγελματικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιεπαγγελματικόςαντιεπαγγελματικήαντιεπαγγελματικό
Γενικήαντιεπαγγελματικούαντιεπαγγελματικήςαντιεπαγγελματικού
Αιτιατικήαντιεπαγγελματικόαντιεπαγγελματικήαντιεπαγγελματικό
Κλητικήαντιεπαγγελματικέαντιεπαγγελματικήαντιεπαγγελματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιεπαγγελματικοίαντιεπαγγελματικέςαντιεπαγγελματικά
Γενικήαντιεπαγγελματικώναντιεπαγγελματικώναντιεπαγγελματικών
Αιτιατικήαντιεπαγγελματικούςαντιεπαγγελματικέςαντιεπαγγελματικά
Κλητικήαντιεπαγγελματικοίαντιεπαγγελματικέςαντιεπαγγελματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →