Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιθεσμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου είναι αντίθετος με τους θεσμούς ή ενάντια σ' αυτούς Βικιλεξικό
    • Ο ευρωπαϊσμός για τη σύγχρονη, δημοκρατική, μεταρρυθμιστική, ευρωπαϊκή Αριστερά έχει ως πρωταρχικό θεμελιώδες συστατικό την ενίσχυση του φεντεραλισμού, της αντιπροσωπευτικότητας και της δημοκρατίας, σαν αντίβαρο στη συντηρητική, αντιθεσμική πολιτική των κυρίαρχων διευθυντηρίων. (Εφημερίδα των Συντακτών, 28/5/2015)

Ετυμολογία

αντιθεσμικός < αντι- + θεσμικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιθεσμικόςαντιθεσμικήαντιθεσμικό
Γενικήαντιθεσμικούαντιθεσμικήςαντιθεσμικού
Αιτιατικήαντιθεσμικόαντιθεσμικήαντιθεσμικό
Κλητικήαντιθεσμικέαντιθεσμικήαντιθεσμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιθεσμικοίαντιθεσμικέςαντιθεσμικά
Γενικήαντιθεσμικώναντιθεσμικώναντιθεσμικών
Αιτιατικήαντιθεσμικούςαντιθεσμικέςαντιθεσμικά
Κλητικήαντιθεσμικοίαντιθεσμικέςαντιθεσμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →