Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιθυρεοειδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήκάθε παράγοντας –συνήθως φάρμακο– που επιδρά ανασταλτικά στη λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα, μειώνοντας την παραγωγή των σχετικών ορμονών και καταπολεμώντας τον υπερθυρεοειδισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιθυρεοειδικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική antithyroid < νεολατινική thyreoides < ελληνιστική κοινή θυρεοειδής < αρχαία ελληνική θῠρεός + -ειδής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιθυρεοειδικόςαντιθυρεοειδικήαντιθυρεοειδικό
Γενικήαντιθυρεοειδικούαντιθυρεοειδικήςαντιθυρεοειδικού
Αιτιατικήαντιθυρεοειδικόαντιθυρεοειδικήαντιθυρεοειδικό
Κλητικήαντιθυρεοειδικέαντιθυρεοειδικήαντιθυρεοειδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιθυρεοειδικοίαντιθυρεοειδικέςαντιθυρεοειδικά
Γενικήαντιθυρεοειδικώναντιθυρεοειδικώναντιθυρεοειδικών
Αιτιατικήαντιθυρεοειδικούςαντιθυρεοειδικέςαντιθυρεοειδικά
Κλητικήαντιθυρεοειδικοίαντιθυρεοειδικέςαντιθυρεοειδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →