αντικανονικότητα
•
- η ιδιότητα του αντικανονικού, το να είναι κάποιος αντικανονικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικανονικότητα < αντικανονικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικανονικότητα | αντικανονικότητες |
| Γενική | αντικανονικότητας | αντικανονικοτήτων |
| Αιτιατική | αντικανονικότητα | αντικανονικότητες |
| Κλητική | αντικανονικότητα | αντικανονικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →