Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικανονιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε φέρει κανονιστικά στοιχεία, αξιακά, δεοντολογικά ή πολιτιστικά, αλλά αντίθετα υλιστικά, δηλαδή στρατιωτικού ή οικονομικού χαρακτήρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικανονιστικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικανονιστικόςαντικανονιστικήαντικανονιστικό
Γενικήαντικανονιστικούαντικανονιστικήςαντικανονιστικού
Αιτιατικήαντικανονιστικόαντικανονιστικήαντικανονιστικό
Κλητικήαντικανονιστικέαντικανονιστικήαντικανονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικανονιστικοίαντικανονιστικέςαντικανονιστικά
Γενικήαντικανονιστικώναντικανονιστικώναντικανονιστικών
Αιτιατικήαντικανονιστικούςαντικανονιστικέςαντικανονιστικά
Κλητικήαντικανονιστικοίαντικανονιστικέςαντικανονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →