Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικαπιταλιστικός

/an.di.ka.pi.ta.li.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αντιτίθεται στον καπιταλισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικαπιταλιστικός < αντι- + καπιταλιστικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική anticapitaliste)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικαπιταλιστικόςαντικαπιταλιστικήαντικαπιταλιστικό
Γενικήαντικαπιταλιστικούαντικαπιταλιστικήςαντικαπιταλιστικού
Αιτιατικήαντικαπιταλιστικόαντικαπιταλιστικήαντικαπιταλιστικό
Κλητικήαντικαπιταλιστικέαντικαπιταλιστικήαντικαπιταλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικαπιταλιστικοίαντικαπιταλιστικέςαντικαπιταλιστικά
Γενικήαντικαπιταλιστικώναντικαπιταλιστικώναντικαπιταλιστικών
Αιτιατικήαντικαπιταλιστικούςαντικαπιταλιστικέςαντικαπιταλιστικά
Κλητικήαντικαπιταλιστικοίαντικαπιταλιστικέςαντικαπιταλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →