αντικατασκοπικός
•
- που έχει σχέση με την αντικατασκοπία ή τους αντικατασκόπους ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικατασκοπικός < αντικατάσκοπος / αντικατασκοπία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικατασκοπικός | αντικατασκοπική | αντικατασκοπικό |
| Γενική | αντικατασκοπικού | αντικατασκοπικής | αντικατασκοπικού |
| Αιτιατική | αντικατασκοπικό | αντικατασκοπική | αντικατασκοπικό |
| Κλητική | αντικατασκοπικέ | αντικατασκοπική | αντικατασκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικατασκοπικοί | αντικατασκοπικές | αντικατασκοπικά |
| Γενική | αντικατασκοπικών | αντικατασκοπικών | αντικατασκοπικών |
| Αιτιατική | αντικατασκοπικούς | αντικατασκοπικές | αντικατασκοπικά |
| Κλητική | αντικατασκοπικοί | αντικατασκοπικές | αντικατασκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →