Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικατασκοπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αντικατασκοπία ή τους αντικατασκόπους ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικατασκοπικός < αντικατάσκοπος / αντικατασκοπία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικατασκοπικόςαντικατασκοπικήαντικατασκοπικό
Γενικήαντικατασκοπικούαντικατασκοπικήςαντικατασκοπικού
Αιτιατικήαντικατασκοπικόαντικατασκοπικήαντικατασκοπικό
Κλητικήαντικατασκοπικέαντικατασκοπικήαντικατασκοπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικατασκοπικοίαντικατασκοπικέςαντικατασκοπικά
Γενικήαντικατασκοπικώναντικατασκοπικώναντικατασκοπικών
Αιτιατικήαντικατασκοπικούςαντικατασκοπικέςαντικατασκοπικά
Κλητικήαντικατασκοπικοίαντικατασκοπικέςαντικατασκοπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →