αντικαταστάτης
•
- αυτός που αντικαθιστά κάποιον άλλο, που τοποθετείτε στη θέση που κατείχε πριν κάποιος άλλος Βικιλεξικό
- που αντικαθιστά κάποιον άλλο για μικρό χρονικό διάστημα, ο αναπληρωτής Βικιλεξικό
- που αντικαθιστά κάποιον άλλο οριστικά, ο διάδοχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικαταστάτης < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικαταστάτης | αντικαταστάτες |
| Γενική | αντικαταστάτη | αντικαταστατών |
| Αιτιατική | αντικαταστάτη | αντικαταστάτες |
| Κλητική | αντικαταστάτη | αντικαταστάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →