Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικατοχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που στρέφεται ενάντια σε κάθε κατοχή μιας χώρας ή μιας περιοχής από ξένες δυνάμεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικατοχικός < αντι- + κατοχικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικατοχικόςαντικατοχικήαντικατοχικό
Γενικήαντικατοχικούαντικατοχικήςαντικατοχικού
Αιτιατικήαντικατοχικόαντικατοχικήαντικατοχικό
Κλητικήαντικατοχικέαντικατοχικήαντικατοχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικατοχικοίαντικατοχικέςαντικατοχικά
Γενικήαντικατοχικώναντικατοχικώναντικατοχικών
Αιτιατικήαντικατοχικούςαντικατοχικέςαντικατοχικά
Κλητικήαντικατοχικοίαντικατοχικέςαντικατοχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →