αντικατοχικός
•
- που στρέφεται ενάντια σε κάθε κατοχή μιας χώρας ή μιας περιοχής από ξένες δυνάμεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικατοχικός < αντι- + κατοχικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικατοχικός | αντικατοχική | αντικατοχικό |
| Γενική | αντικατοχικού | αντικατοχικής | αντικατοχικού |
| Αιτιατική | αντικατοχικό | αντικατοχική | αντικατοχικό |
| Κλητική | αντικατοχικέ | αντικατοχική | αντικατοχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικατοχικοί | αντικατοχικές | αντικατοχικά |
| Γενική | αντικατοχικών | αντικατοχικών | αντικατοχικών |
| Αιτιατική | αντικατοχικούς | αντικατοχικές | αντικατοχικά |
| Κλητική | αντικατοχικοί | αντικατοχικές | αντικατοχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →