αντικείμενο
•
- καθετί που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας, κυρίως στην όραση και την ακοή, καθετί που ανήκει στον εξωτερικό κόσμο Βικιλεξικό
- γραμματικήμέρος του λόγου που λειτουργεί ως αποδέκτης της ενέργειας του ρήματος Βικιλεξικό
- στη φράση "έδωσα το γάλα στη μαμά μου" το "γάλα" είναι άμεσο και η "μαμά" είναι έμμεσο αντικείμενο της πρότασης
- φυσικήτο σημείο ή τα σημεία από τα οποία προέρχεται το φως ειδώλου Βικιλεξικό
- πληροφορικήobject: μία αυτοτελής οντότητα, που έχει ορισθεί εκ των προτέρων ή δημιουργείται κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενός προγράμματος (πχ. δομή δεδομένων, συνάρτηση, κλάση, αντικείμενο κλάσης, κλπ.) Βικιλεξικό
- αντικειμενοστρεφής προγραμματισμόςτύπος δεδομένων που περιέχει ταυτόχρονα δεδομένα (ιδιότητες) και υποπρογράμματα (μέθοδοι) και δημιουργείται από το πρότυπο μιας κλάσης με την εκτέλεση του κώδικα της μεθόδου κατασκευής Βικιλεξικό
- Ορολογίακαθετί αντιληπτό με τις αισθήσεις ή συλληπτό με τον νου κάποια στιγμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικείμενο < αρχαία ελληνική ἀντικείμενον, ουδέτερο της μετοχής του ρήματος ἀντίκειμαι < ἀντί + κεῖμαι. Μορφολογικά αναλύεται σε αντι- + κείμενο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικείμενο | αντικείμενα |
| Γενική | αντικείμενου / αντικειμένου | αντικειμένων |
| Αιτιατική | αντικείμενο | αντικείμενα |
| Κλητική | αντικείμενο | αντικείμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →