Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικείμενο

/an.diˈci.me.no/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθετί που μπορεί να υποπέσει στις αισθήσεις μας, κυρίως στην όραση και την ακοή, καθετί που ανήκει στον εξωτερικό κόσμο Βικιλεξικό
  2. γραμματικήμέρος του λόγου που λειτουργεί ως αποδέκτης της ενέργειας του ρήματος Βικιλεξικό
    • στη φράση "έδωσα το γάλα στη μαμά μου" το "γάλα" είναι άμεσο και η "μαμά" είναι έμμεσο αντικείμενο της πρότασης
  3. φυσικήτο σημείο ή τα σημεία από τα οποία προέρχεται το φως ειδώλου Βικιλεξικό
  4. πληροφορικήobject: μία αυτοτελής οντότητα, που έχει ορισθεί εκ των προτέρων ή δημιουργείται κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ενός προγράμματος (πχ. δομή δεδομένων, συνάρτηση, κλάση, αντικείμενο κλάσης, κλπ.) Βικιλεξικό
  5. αντικειμενοστρεφής προγραμματισμόςτύπος δεδομένων που περιέχει ταυτόχρονα δεδομένα (ιδιότητες) και υποπρογράμματα (μέθοδοι) και δημιουργείται από το πρότυπο μιας κλάσης με την εκτέλεση του κώδικα της μεθόδου κατασκευής Βικιλεξικό
  6. Ορολογίακαθετί αντιληπτό με τις αισθήσεις ή συλληπτό με τον νου κάποια στιγμή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικείμενο < αρχαία ελληνική ἀντικείμενον, ουδέτερο της μετοχής του ρήματος ἀντίκειμαι < ἀντί + κεῖμαι. Μορφολογικά αναλύεται σε αντι- + κείμενο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντικείμενοαντικείμενα
Γενικήαντικείμενου / αντικειμένουαντικειμένων
Αιτιατικήαντικείμενοαντικείμενα
Κλητικήαντικείμενοαντικείμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →