αντικειμενοποιώ
•
- εκφράζω, υλοποιώ ιδέα, σκέψη, συναίσθημα Βικιλεξικό
- συμβολίζω σε-με υλικό κάποια ιδέα Βικιλεξικό
- μεταφέρω κάτι στην αντικειμενική πραγματικότητα ώστε να μπορεί να μελετηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικειμενοποιώ < αντικείμενο + -οποιώ # αντικειμενοποιώ < συντμημένα μορφή του αντικειμενικοποιώ < αντικειμενικός + ποιώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →