Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικουνουπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που απωθεί ή καταπολεμά τα κουνούπια Βικιλεξικό
    • Το «κοκτέιλ» των επιλεγμένων αντικουνουπικών ουσιών (μεταξύ των οποίων η μεθυλπιπερζίνη-1), θα μπορούσε μελλοντικά να προστεθεί σε καλλυντικά, λοσιόν και ρούχα. (*)
  2. ουσιαστικοποιημένοαντικουνουπικό: συσκευή ή ουσία που απωθεί ή καταπολεμά τα κουνούπια Βικιλεξικό
    • Ο Τζέιμς Λόγκαν της Σχολής Υγιεινής και Τροπικής Ιατρικής του Λονδίνου χαρακτηρίζει σημαντική τη νέα μελέτη που εντόπισε ποιες ακριβώς χημικές ουσίες δημιουργούν ανοσμία στα κουνούπια. «Αν μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο αντικουνουπικό, που να είναι πιο αποτελεσματικό, να διαρκεί περισσότερο χρόνο και να είναι χαμηλού κόστους, αυτό θα προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στους ταξιδιώτες και σε όσους ανθρώπους ζουν σε περιοχές όπου ενδημούν ασθένειες», τονίζει. Επισημαίνει όμως ότι θα χρειαστούν αρκετά χρόνια, ώσπου να βγει στην αγορά ένα τέτοιο προϊόν. (*)

Ετυμολογία

αντικουνουπικός < αντι- + κουνούπι + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικουνουπικόςαντικουνουπικήαντικουνουπικό
Γενικήαντικουνουπικούαντικουνουπικήςαντικουνουπικού
Αιτιατικήαντικουνουπικόαντικουνουπικήαντικουνουπικό
Κλητικήαντικουνουπικέαντικουνουπικήαντικουνουπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικουνουπικοίαντικουνουπικέςαντικουνουπικά
Γενικήαντικουνουπικώναντικουνουπικώναντικουνουπικών
Αιτιατικήαντικουνουπικούςαντικουνουπικέςαντικουνουπικά
Κλητικήαντικουνουπικοίαντικουνουπικέςαντικουνουπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →