Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικρίζω

/an.diˈkɾi.zo/ρήμα
•
  1. βρίσκομαι / στέκομαι απέναντι από κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
  2. φτάνω σε οπτική επαφή με κάποιον ή κάτι, βλέπω, κοιτάζω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαντιμετωπίζω απευθείας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικρίζω < αντίκρυ + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντικρίζωαντικρίζειςαντικρίζειαντικρίζουμεαντικρίζετεαντικρίζουν / αντικρίζουνε
Παρατατικόςαντίκριζααντίκριζεςαντίκριζεαντικρίζαμεαντικρίζατεαντίκριζαν / αντικρίζαν / αντικρίζανε
Αόριστοςαντίκρισααντίκρισεςαντίκρισεαντικρίσαμεαντικρίσατεαντίκρισαν / αντικρίσαν / αντικρίσανε
Μέλλονταςθα αντικρίζω / θα αντικρίσωθα αντικρίζεις / θα αντικρίσειςθα αντικρίζει / θα αντικρίσειθα αντικρίζουμε / θα αντικρίσουμεθα αντικρίζετε / θα αντικρίσετεθα αντικρίζουν / θα αντικρίζουνε / θα αντικρίσουν / θα αντικρίσουνε
Παρακείμενοςέχω αντικρίσειέχεις αντικρίσειέχει αντικρίσειέχουμε αντικρίσειέχετε αντικρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αντικρίσειείχες αντικρίσειείχε αντικρίσειείχαμε αντικρίσει——
Υποτακτικήνα έχω αντικρίσει / να αντικρίζω / να αντικρίσωνα έχεις αντικρίσει / να αντικρίζεις / να αντικρίσειςνα έχει αντικρίσει / να αντικρίζει / να αντικρίσεινα έχουμε αντικρίσει / να αντικρίζουμε / να αντικρίσουμενα έχετε αντικρίσει / να αντικρίζετε / να αντικρίσετενα αντικρίζουν / να αντικρίζουνε / να αντικρίσουν / να αντικρίσουνε
Προστακτική—αντίκριζε / αντίκρισε——αντικρίζετε / αντικρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →