αντικρίζω
•
- βρίσκομαι / στέκομαι απέναντι από κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- φτάνω σε οπτική επαφή με κάποιον ή κάτι, βλέπω, κοιτάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικάαντιμετωπίζω απευθείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικρίζω < αντίκρυ + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντικρίζω | αντικρίζεις | αντικρίζει | αντικρίζουμε | αντικρίζετε | αντικρίζουν / αντικρίζουνε |
| Παρατατικός | αντίκριζα | αντίκριζες | αντίκριζε | αντικρίζαμε | αντικρίζατε | αντίκριζαν / αντικρίζαν / αντικρίζανε |
| Αόριστος | αντίκρισα | αντίκρισες | αντίκρισε | αντικρίσαμε | αντικρίσατε | αντίκρισαν / αντικρίσαν / αντικρίσανε |
| Μέλλοντας | θα αντικρίζω / θα αντικρίσω | θα αντικρίζεις / θα αντικρίσεις | θα αντικρίζει / θα αντικρίσει | θα αντικρίζουμε / θα αντικρίσουμε | θα αντικρίζετε / θα αντικρίσετε | θα αντικρίζουν / θα αντικρίζουνε / θα αντικρίσουν / θα αντικρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντικρίσει | έχεις αντικρίσει | έχει αντικρίσει | έχουμε αντικρίσει | έχετε αντικρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντικρίσει | είχες αντικρίσει | είχε αντικρίσει | είχαμε αντικρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντικρίσει / να αντικρίζω / να αντικρίσω | να έχεις αντικρίσει / να αντικρίζεις / να αντικρίσεις | να έχει αντικρίσει / να αντικρίζει / να αντικρίσει | να έχουμε αντικρίσει / να αντικρίζουμε / να αντικρίσουμε | να έχετε αντικρίσει / να αντικρίζετε / να αντικρίσετε | να αντικρίζουν / να αντικρίζουνε / να αντικρίσουν / να αντικρίσουνε |
| Προστακτική | — | αντίκριζε / αντίκρισε | — | — | αντικρίζετε / αντικρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →