Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικυκλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάόταν «βαίνουμε» αντίθετα στο «κύκλο» Βικιλεξικό
  2. οικονομικός όροςείναι η πολιτική που ακολουθείται ενάντια στο κλίμα, στους κύκλους της οικονομίας Βικιλεξικό
    • σε μια οικονομική ύφεση δεν είναι πάντα βέβαιο ότι μια αντικυκλική νομισματική πολιτική θα επιδράσει θετικά στην πραγματική οικονομία

Ετυμολογία

αντικυκλικός < αντί (=ενάντια) + κύκλος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικυκλικόςαντικυκλική / αντικυκλικηαντικυκλικο / αντικυκλικό
Γενικήαντικυκλικούαντικυκλικήςαντικυκλικού
Αιτιατικήαντικυκλικόαντικυκλικήαντικυκλικό
Κλητικήαντικυκλικέαντικυκλικήαντικυκλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντικυκλικοίαντικυκλικέςαντικυκλικά
Γενικήαντικυκλικώναντικυκλικώναντικυκλικών
Αιτιατικήαντικυκλικούςαντικυκλικέςαντικυκλικά
Κλητικήαντικυκλικοίαντικυκλικέςαντικυκλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →