αντικόβω
•
- λαϊκότροποεμποδίζω, παρεμποδίζω, διακόπτω Βικιλεξικό
- λαϊκότροποεπιβραδύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικόβω < μεσαιωνική ελληνική αντικόφτω < αρχαία ελληνική ἀντικόπτω < κόπτω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →