Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιλεκτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. διαφωνούντας, διαφωνών Βικιλεξικό
  2. αντίθετος στην κοινή πεποίθηση Βικιλεξικό
    • χρηματιστής ή μέτοχος διαφωνών με την μέση στιγμιαία τάση
  3. κάτι που χρησιμοποιείται αντί λέξης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιλεκτικός < αντι- + λόγος + -ικός # αντιλεκτικός < αντι- + λεκτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιλεκτικόςαντιλεκτικήαντιλεκτικό
Γενικήαντιλεκτικούαντιλεκτικήςαντιλεκτικού
Αιτιατικήαντιλεκτικόαντιλεκτικήαντιλεκτικό
Κλητικήαντιλεκτικέαντιλεκτικήαντιλεκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιλεκτικοίαντιλεκτικέςαντιλεκτικά
Γενικήαντιλεκτικώναντιλεκτικώναντιλεκτικών
Αιτιατικήαντιλεκτικούςαντιλεκτικέςαντιλεκτικά
Κλητικήαντιλεκτικοίαντιλεκτικέςαντιλεκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →