αντιλεξικό
•
- όρος που χρησιμοποιήθηκε στο εννοιολογικό λεξικό του Θεολόγου Βοσταντζόγλου, το οποίο περιέχει κύρια λήμματα και μέσα σε αυτά όλα τα συνώνυμα και παράγωγα Βικιλεξικό
- όρος που χρησιμοποιήθηκε σε μερικά λεξικά στα οποία η ταξινόμηση των λημμάτων έχει γίνει με βάση τη αντεστραμμένη μορφή τους, που περιέχουν τα λήμματα ταξινομημένα με βάση το τελευταίο γράμμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιλεξικό < αντι- + λεξικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιλεξικό | αντιλεξικά |
| Γενική | αντιλεξικού | αντιλεξικών |
| Αιτιατική | αντιλεξικό | αντιλεξικά |
| Κλητική | αντιλεξικό | αντιλεξικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →