Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμάμαλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ναυτικός όροςπαλινδρομικός κυματισμός, η επιστροφή ενός κύματος, αφού πρώτα κτυπήσει στα βράχια της ακτής Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςο αφρός που δημιουργείται από τον κυματισμό Βικιλεξικό
  3. ναυτικός όροςφουρτούνα, θαλασσοταραχή Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάδυσκολία, εμπόδιο, ταλαιπωρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμάμαλο < αντι- + μάμαλο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιμάμαλοαντιμάμαλα
Γενικήαντιμάμαλουαντιμάμαλων
Αιτιατικήαντιμάμαλοαντιμάμαλα
Κλητικήαντιμάμαλοαντιμάμαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →