αντιμάμαλο
•
- ναυτικός όροςπαλινδρομικός κυματισμός, η επιστροφή ενός κύματος, αφού πρώτα κτυπήσει στα βράχια της ακτής Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςο αφρός που δημιουργείται από τον κυματισμό Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςφουρτούνα, θαλασσοταραχή Βικιλεξικό
- μεταφορικάδυσκολία, εμπόδιο, ταλαιπωρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιμάμαλο < αντι- + μάμαλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιμάμαλο | αντιμάμαλα |
| Γενική | αντιμάμαλου | αντιμάμαλων |
| Αιτιατική | αντιμάμαλο | αντιμάμαλα |
| Κλητική | αντιμάμαλο | αντιμάμαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →